Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Είναι που είσαι ακόμη εδώ

Είσαι ακόμη εδώ... Πρέπει να είσαι... Έτσι σου λένε τα βλέμματα που σε κοιτάζουν, οι άνθρωποι που συνεχίζουν να σου μιλάνε, τα πουλιά που ανοίγουν τα φτερά τους όταν βλέπουν τα βήματά σου να πλησιάζουν.

Προχωράς και γυρίζοντας το κεφάλι σου πίσω βλέπεις ίχνη χαραγμένα στην άμμο. Δικά σου ίχνη.

Όχι δεν είναι που είναι Κυριακή.

Ίσως είναι που στα χέρια σου δεν υπάρχει ούτε ένας ξεχασμένος κόκκος άμμου. Και πώς πέρασαν εκείνα τα καλοκαίρια;

Ίσως είναι που μοιάζουν να σταμάτησαν να έρχονται οι Κυριακές ή έρχονται αλλιώτικες με παράξενα ρούχα και μαλάματα στολισμένες.

Ίσως είναι αυτό ακριβώς που με νίκη σου μοιάζει: που ακόμη εδώ είσαι. Και πέρασε εκείνη η στιγμή που ήθελες όσο τίποτε στον κόσμο να φύγεις. Πέρασε και πίσω σε ξέχασε. Σε κάτι καινούργιο που τόσο γρήγορα πάλιωσε με τα μάτια πάντα υγρά καρφωμένα σε ένα τζάμι που στο βυθό της θάλασσας βλέπει.

Μιας θάλασσας που νοστάλγησες όσο τίποτε στον κόσμο.

Όσο τίποτε στον κόσμο. Μεγάλες λέξεις σε έναν κόσμο μικρό. Πολύ μικρό. Ίσα-ίσα που σε χωρά, αφού κάθε που ξημερώνει σου φαίνεται σαν να μεγάλωσες δυο παλάμες ακόμη.


Ίσως είναι που είσαι ακόμη εδώ. Σε ένα τεράστιο δωμάτιο στρωμένο με άμμο και χαλίκια... Διαφορετικό κάθε φορά. Κάθε που ανοίγει η πόρτα του σαν να αλλάζουν η άμμος, τα χαλίκια, ο ήχος των κυμάτων και το μπλε της θάλασσας.

Εσύ ίδιος μένεις... καταμεσής του το πέλαγο να κοιτάς.

Σε ένα τεράστιο δωμάτιο...
στρωμένο με άμμο και χαλίκια...
μια ανάσα μόνο από τη θάλασσα μακριά...
χωρίς οροφή και τοίχους....
μα και χωρίς μυρωδιά και γεύση αλμύρας καμία.


Κι όλο σπας το κεφάλι σου να θυμηθείς που έχεις βάλει τις μπαταρίες από εκείνο το μεγάλο ρολόι που συνεχίζει να στολίζει τον τοίχο μα οι δείκτες του μένουν ασάλευτοι καιρό τώρα. Ούτε θυμάσαι πόσο καιρό...

Όχι δεν είναι που είναι Κυριακή... Είναι που όσο και να προσπαθείς το άπειρο να ξεγελάσεις, είσαι εσύ... Θυμάσαι; Εσύ που δεν είσαι για το άπειρο... Και σε φοβίζει. Κι έχασες όλα εκείνα τα μικρά που κάτω από το άπειρο έστεκαν.

Και είναι και εκείνος ο βυθός με το σεντούκι που κλείνει μέσα του ένα γράμμα απ' το οποίο τίποτε δεν ξεκινάει πια.

Είναι που έμεινες τόσο καιρό ασάλευτος να κοιτάς το καινούργιο που τόσο γρήγορα πάλιωσε, καταδικασμένο πάντα τη γοητεία του καινούργιου να κουβαλά, κι ας είναι τόσο παλιό όσο και το τελευταίο σου αληθινό χαμόγελο. Είναι που ποτέ δεν άπλωσες το χέρι σου στα αλήθεια να το αγγίξεις.

Είναι που φοβήθηκες και φοβάσαι τελικά.

Και ίσως είναι και που είναι Κυριακή. Και τίποτε ίδιο με χθες δεν μοιάζει. Κι όλα ίδια είναι σαν ζευγάρι κορδόνια από παπούτσια παιδικά.

Να σου θυμίζουν πόσο θα' θελες έστω για λίγο να μην ξέρεις τα κορδόνια σου να δένεις. Ξανά.

3 σχόλια:

flash είπε...

Ελπηνωράκι μου..
Αχ! Αχ, ναι αχ! :p
Ξέρεις πόσες φορές τις έχω διαβάσει αυτές τις γραμμούλες σου; Χθες όλη μέρα, το μεσημέρι, πριν λίγο.. και ξέρεις, κάθε φορά μελαγχολώ και λίγο περισσότερο.. αλλά κάθε φορά με κλέβει ακόμα πιο πολύ η ομορφιά τους και καμαρώνω! Ναι καμαρώνω! Ορκίζομαι! Είναι πανέμορφο.. είναι ό,τι πιο όμορφο έχω διαβάσει από σένα.. και αυτό το ‘από σένα’ το προσθέτω από ατολμία, μην τυχόν και σκεφτείς πως υπερβάλω.. Αλήθεια σου λέω, δεν υπερβάλω καθόλου.. και συγνώμη που επικεντρώνομαι σε αυτό αλλά μου αρέσει τόσο πολύ.. τόσο μα τόσο.. :)
Θυμάμαι που είχες πει για κάποια φράση πως έμοιαζε βγαλμένη από το Θέλετε να χορέψομε Μαρία; Κι εγώ τότε σκέφτηκα: από το βιβλίο ή από το μπλογκ; :) Γιατί θα μπορούσε να είναι από το μπλογκ, θα το ήθελα, και έτσι να το εννοούσες θα προτιμούσα :)))
Και τώρα.. μπορώ να κλέψω εκείνες τις λεξούλες σου και να τις αφήσω εδώ και αυτή τη φορά να είναι τόσο, τόσο αληθινό;.. γιατί είναι τόσο όμορφες αυτές οι γραμμές - που μοιάζουν με ποίημα - τόσο βαθιές και καθάριες ταυτόχρονα, αγνές και μαζί σοφές.. (ελπηνωράκι λυπήσου με, μην γελάς :pp εννοώ την κάθε λέξη!).. που είναι πραγματικά σαν να ξεπήδησαν από εκείνο το ευλογημένο βιβλίο.. και ίσως και από άλλα το ίδιο σπουδαία με αυτό.. και μοιάζουν ακόμα με στίχους ενός πολύ αγαπημένου μας ποιητή.. δεν μοιάζουν; Όχι, πες κι εσύ! :)
Πες μου, δεν το αγαπάς κι εσύ αυτό σου το κείμενο όσο το αγάπησα κι εγώ;
Και να χαρείς, μην αρχίσεις να μου λες ότι υπερβάλω ή κι εγώ δεν ξέρω τι.. γιατί θα στενοχωρηθώ, αλήθεια! :)))

Ρε συ, ήθελα κάπου να σταθώ.. να διαλέξω μια φράση ξεχωριστή.. όμως κάθε στιγμή μου ερχόταν να το αντιγράψω ολόκληρο και να το αναπαράγω στα σχόλια :p να τονίσω κάθε συλλαβή :p πού να σταθώ, τόσο πολύ που μου αρέσει ολόκληρο, εύκολο είναι να σχολιάσεις κάτι που σε γοητεύει τόσο πολύ; Κι έπειτα.. δεν υπάρχει κομμάτι αποκομμένο, τρέχει τόσο ωραία.. όπως το νερό από την πηγή..
Αλλά βέβαια, την ίδια στιγμή σκέφτεσαι ότι το έχει γράψει μια φίλη και ίσως περιμένει κάτι να της πεις.. την καρδιά μου πέτρα κάνω :ppp στο λέω :)......


(επανέρχομαι) :p

flash είπε...

(επανήλθα!) :p


«Σε ένα τεράστιο δωμάτιο...
στρωμένο με άμμο και χαλίκια...
μια ανάσα μόνο από τη θάλασσα μακριά...
χωρίς οροφή και τοίχους....
μα και χωρίς μυρωδιά και γεύση αλμύρας καμία.»

Σπάσ’ τα.. την οροφή και τους τοίχους λέω.. που δεν βλέπεις.. ίσως γι αυτό να μην τα βλέπεις.. επειδή είναι εύκολο να τα σπάσεις και γι αυτό μένουν κρυμμένα.. αλλά εσύ ξέρεις ότι είναι εκεί.. το ξέρεις επειδή σε εμποδίζουν.. μια να κάνεις και τα έσπασες.. μια να κάνεις..

Και όχι δεν είσαι για το άπειρο.. όμως κανένας δεν είναι.. κανένας δεν ήταν ποτέ.. κανείς, ποτέ.. εκείνα τα μικρά, εκείνα που από κάτω στέκουν εκείνα να μην χάνεις.. ποτέ ξανα..

«(...) Κι όλα ίδια είναι σαν ζευγάρι κορδόνια από παπούτσια παιδικά.
Να σου θυμίζουν πόσο θα' θελες έστω για λίγο να μην ξέρεις τα κορδόνια σου να δένεις. Ξανά.»

.. ωραία που θα ήτανε.. να κάναμε πάλι τα ίδια λάθη μα να μην ξέρουμε ότι κάνουμε λάθη.. να γίνονταν όλα παιχνίδι ξανά, σαν το κυνηγητό και το κρυφτό και σαν τους κλέφτες και τους αστυνόμους.. κι όλα εκείνα που στέκουν κάτω από το άπειρο να ήταν ακόμα μπροστά.. και να μην είχαμε χάσει ούτε ένα.. ούτε ένα..
Και κανένας απολογισμός να μην υπήρχε που να μας λεει.. «είναι που φοβήθηκες και φοβάσαι τελικά».......

Μα είναι και που είσαι ακόμα εδώ!!!!
Τι νίκη! Πώς δικαιώνεται στη νίκη αυτή κάθε κρυφτό και κάθε κυνηγητό..
Πώς δικαιώνεται εκείνο το επίμονο παιδί που έπεφτε και ξανασηκωνόταν με τα γόνατα ματωμένα και συνέχιζε.. συνέχιζε.. συνέχιζε.. με το ίδιο κέφι, με την ίδια επιμονή, με τα ρούχα, μόνο τα ρουχα, σκονισμένα, και καθαρή την ψυχή..
Σαν όλα να γίνονται για να δικαιωθεί εκείνο το παιδί..

«είναι που είσαι ακόμη εδώ».. είσαι ακόμη εδώ.. σίγουρα είσαι.. στο λένε τα βλέμματα που σε κοιτάζουν με αγάπη.. η καρδιά σου που χτυπάει και δίνει ρυθμό στα όνειρα.. σε όνειρα σπουδαία, γιατί είναι δικά σου.. και χορεύουν στο ρυθμό της καρδιάς σου.. στο λένε οι σκέψεις που πετάνε ως τα αστέρια.. και η πένα σου που ζωγραφίζει τις τροχιές τους..

Είσαι ακόμη εδώ.. κι εκείνο το παιδί είναι έτοιμο να γεμίσει τις χούφτες του ξανά με άμμο, τόσες φορές όσες οι κόκκοι που σε κάποιον χρόνο μακρινό του ξέφυγαν από τα χέρια.. και να τρέξει με τόση λαχτάρα που όταν θα ψάξει ο χρόνος τα ίχνη του να τα βάλει στη σειρά να μην βρίσκει ευθεία να τα χωρέσει...

Κυρίως είναι που εκείνη η στιγμή πέρασε.. κι έφερε και θα φέρει τόσες άλλες.. στ’ αλήθεια τόσες άλλες.. όσες εκείνοι οι κόκκοι τις άμμου...

Και είναι ακόμα που οι λέξεις σου δεν είναι μεγάλες.. όμως υψώνονται πάνω από όλα όταν θέλουν, και ξέρουν εκείνες τον τρόπο να κάνουνε τον τόπο να σε χωρά...


:)Κι εγώ μια ευρυχωρία την βίωσα, παράπονο δεν έχω :)
Και τελικά του κειμένου του άλλαξα τον.. τέλοσπαντων :p αλλά διχάζομαι με την τόση ομορφιά που σε κρύβει από πίσω κι όμως εγώ.. πώς να σου πω.. δεν το θέλω.. θέλω να την παίρνεις στα χέρια και να την πηγαίνεις.. θέλω να μου πεις ότι έπειτα από αυτή τη γραφή ήταν όμορφη η χθεσινή Κυριακή... :)

Φιλιά γλυκά, καλό βραδάκι! :)))))

elpenor είπε...

"(..)κι όμως εγώ.. πώς να σου πω.. δεν το θέλω.. θέλω να την παίρνεις στα χέρια και να την πηγαίνεις.. "

Ήθελα να σου πω πολλά περισσότερα, αλλά θα σου πω μόνο πόσο μα πόσο πολύ αληθινά σε ευχαριστώ...

Καλημέρα, φλασάκι μoυ :))