Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009


Πέμπτη, 05 Νοεμβρίου 2009

Απουσία

Μπάλωσα τα όνειρά μου. Έτσι, κομματιασμένα να μην τα δεις και λυπηθείς. Φόρεσα κι ένα χαμόγελο, να μοιάζει λίγο με εκείνο που ήξερες και που ήξερα και ήρθα.

Όλα ήταν ίδια. Εσύ, οι τοίχοι, τα βιβλία, οι γάτες... Εγώ μόνο έλειπα. Κι όταν βρέθηκα απέναντί σου και το χαμόγελο που είχα φορέσει λίγο πριν συνέχιζε να είναι στα χείλη μου και δεν έδωσε τη θέση του στο άλλο, το αληθινό - εκείνο που ήξερα και ήξερες - τότε ήμουν πια σίγουρη.

Εγώ έλειπα.

Τόσο καιρό ευχόμουν να γυρίσει ο χρόνος πίσω. Και δες που ο χρόνος γύρισε πίσω κι όλα είναι εδώ. Όλα εκτός από μένα.

Θέλω να με φέρω πίσω. Αλήθεια λέω. Κάθε νύχτα στέκομαι στην άκρη του δωματίου και περιμένω να με δω να έρχομαι. Έχω ετοιμάσει την καλύτερη υποδοχή και τα μάτια μου καμιά φορά βουρκώνουν. Κι είναι οι στιγμές εκείνες που νομίζω ότι η καρδιά μου χτυπά δυνατά. Μα δεν φαίνεται... κανείς δεν φαίνεται. Κι ύστερα απογοητευμένη ξεκινώ να φύγω και περνώντας από τον καθρέφτη βλέπω αυτά τα σβησμένα όνειρα και σπαράζει η καρδιά μου. Και ξέρω ότι αυτό είναι η αρχή, μα πάντα εκεί μένει. Πάντα εκεί μένω. Το ξέρω ότι δεν θα καταλάβαινες. Ούτε εγώ καταλαβαίνω.

Και πόσο στενάχωρη είναι ετούτη η ντουλάπα

Πάνω στην καρέκλα είναι αφημένη μια ζακέτα. Ζακέτα με χίλια μπαλώματα πάνω της. Ζακέτα που αν τη φέρεις στο πρόσωπό σου θα νιώσεις πόσο απαλή είναι. Μα είναι και εκείνη η πλευρά της που τριβόταν πάντα και έχει γίνει άγρια, για να αντέχει... Μια κλωστή της αν τραβήξεις μπορεί ολόκληρη να γίνει νήμα στα χέρια σου. Μια κλωστή της αν πιάσεις στην άκρη των δαχτύλων σου και αρχίσεις να απομακρύνεσαι σιγά-σιγά από αυτή, θα τη δεις να εξαφανίζεται, να αφανίζεται, να χάνεται.... Και η καρέκλα θα’ χει μείνει αδειανή. Μα το χειρότερο είναι πως καμιά φορά τα ίδια της τα μανίκια ζωντανεύουν, παίρνουν πνοή και πιάνουν εκείνα την άκρη της κλωστής. Αυτή τη φορά θέλω να τα προλάβεις εσύ. Θέλω καθώς απομακρύνεσαι να πιάσεις αυτή την κλωστή που εξέχει... Μη γυρίσεις πίσω σου να κοιτάξεις. Κάνε την κουβάρι και φύλαξέ την μέσα στην τσέπη σου.

Σαν ζακέτα νιώθω... Με τα χίλια μπαλώματα μου... Κι αν αποφεύγω στα μάτια να σε κοιτάξω είναι γιατί σαν παλτό καινούργιο με κοιτάς ακόμη, και δεν ξέρω πώς να σου πω πως είμαι κλωστή στο πάτωμα αφημένη.

Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

Και μετά τι;

Κοιτάς τα χέρια σου και είναι αδειανά. Μα εσύ κρατούσες ένα φανάρι. Πάντα κρατούσες ένα φανάρι. Που πήγε; Πότε το πέταξες; Γιατί; Κι ένα χαμόγελο. Ένα χαμόγελο φορούσες πάντα. Ένα χαμόγελο πλατύ, πιο πλατύ από θάλασσα... Και τα μάτια σου... Κάτι από την τρικυμία της είχαν πάντα. Και τώρα τι;

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου...



Κοίτα με... Ξανά στη βροχή χωρίς ομπρέλα.
Οι άνθρωποι με κοιτούν με περιέργεια. Μάλλον είμαι μεγάλη πια για να το κάνω αυτό. Να περπατάω αργά μες στην καταιγίδα, χωρίς να δείχνω ότι ψάχνω για ένα υπόστεγο...

Τα βαρέθηκα τα στεγανά... Τις βαρέθηκα τις γυάλες....
Δεν μπορώ να ανοίξω τα χέρια μου και να στριφογυρίσω....
Μα μπορώ να περπατάω... Να περπατάω, να περπατάω....
Και να αφήνω το μυαλό μου να αδειάσει...
Μέχρι οι σταγόνες της βροχής να σβήσουν και το τελευταίο στίγμα από μελάνι.
Εκεί βαθιά... Που είναι γραμμένα όσα έχω πια ξεχάσει μα ακόμη με βαραίνουν... Θέλω ένα καινούργιο εαυτό.... Ένα λευκό χαρτί.
Να αρχίσω ξανά με τρεμάμενο χέρι να γράφω.
Απ’ την αρχή...

Και για δες.... Είμαι εγκλωβισμένη εδώ.
Αν γυρνούσα πίσω σε κείνο το σταυροδρόμι, ίσως να έμενα εκεί.
Να μην διάλεγα ούτε αυτόν τον δρόμο ούτε τον άλλον.
Ίσως να καθόμουν κάτω με τα πόδια μου σταυρωτά και να απολάμβανα το πιο όμορφο σταυροδρόμι της ζωής μου. Να νοσταλγούσα το παρελθόν και να έχτιζα με το νου μου το μέλλον... Και έτσι ανέμελα να περνούσε η ζωή. Με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου και τα μάτια κλειστά, με χιλιάδες εικόνες να έχουν στήσει χορό πίσω από τα βλέφαρά μου.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Είναι ο χρόνος που κυλάει....

Άκου...
Ακούς αυτόν τον ήχο; Σαν μακρινό κελάρυσμα...

Είναι ο χρόνος που κυλάει.
Μεγαλώνεις...

Μεγαλώνεις και μαζί τα πάντα γύρω σου...

Μεγαλώνουν, παλιώνουν, θεριεύουν, ωριμάζουν, ανδρώνονται, σμιλεύονται, σε σμιλεύουν, μαθαίνουν... Σε μαθαίνουν....


Μαθαίνεις....
Χαίρεσαι, λυπάσαι, γελάς με όλη τη δύναμη της ψυχής σου, αφήνεις τα δάκρυα να πλημμυρίσουν το πρόσωπό σου, ξεσπάς σε λυγμούς, λυγίζεις, στέκεσαι στα πόδια σου, σκοτεινιάζεις, φωτίζεται το πρόσωπό σου, χάνεις, κερδίζεις, θυμώνεις, συγχωρείς, διστάζεις, τολμάς, παραιτείσαι, παλεύεις, ουρλιάζεις, σιωπάς, αγαπάς, χαμογελάς, ζεις....

Μεγαλώνεις....


Ακούς αυτόν τον ήχο; Είναι ο χρόνος που κυλάει...

Οι στιγμές σου, σημάδια στο πρόσωπό σου....

Μάζεψε όσα πιο πολλά μπορείς.... Μάζευε... Αυτό μονάχα!

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

(...) όποιος στάθηκε αναποφάσιστος στη μέση της κάμαρας
έχει διαβεί κιόλας τα σύνορα του κόσμου.

Τάσος Λειβαδίτης