
Κι έρχεται μια μέρα που σε καταλαμβάνει κάτι σαν καταστροφική μανία... Βλέπεις τη φαινομενικά καλοβαλμένη ζωή σου, τα πράγματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή σε έκαναν να χαμογελάς και έτσι απλά αρχίζεις να τα γκρεμίζεις ένα-ένα.. ή όλα μαζί... Σαν να ήταν γυαλικά αραδιασμένα πάνω σε ένα τραπέζι – μόνο μια κίνηση αρκεί για να μετατραπούν σε χιλιάδες κομμάτια γυαλί που είναι αδύνατο να ενωθούν ξανά μα και που δε θέλεις να τα ενώσεις γιατί ξέρεις ότι τίποτα πια δε θα είναι το ίδιο. Ωστόσο αρχίζεις να τα ανακατεύεις ξανά με γυμνά χέρια, να τα σκορπάς με μανία μέχρι να ματώσεις. Μετά αναποδογυρίζεις το τραπέζι και σωριάζεσαι σε μια γωνιά αποκαμωμένος και κοιτάς τα συντρίμμια με μια ηρεμία σχεδόν εκστασιακή. Αυτό ήταν λοιπόν... Η ηχώ ενός γέλιου που μαρτυρά σχεδόν ευτυχία και μοιάζει απίστευτα με το δικό σου, σε κάνει να αναρωτιέσαι από πότε είχε εγκλωβιστεί μέσα στα δωμάτια της ζωής σου – όταν αυτή υπήρχε ακόμα – και πως είναι δυνατό να διάλεξε αυτή τη στιγμή για να ξεχυθεί και να γίνει ένα με τα χαλάσματα. Κλείνεις τα μάτια σου και προσπαθείς να καθυστερήσεις τη στιγμή που θα σηκωθείς και θα πρέπει να δώσεις εξηγήσεις στον εαυτό σου και σε όλους τους άλλους, που θα σε κοιτάνε με απορία (και λύπη μερικοί).
Κλείνεις τα μάτια σου και ταξιδεύεις... όπως δε ταξίδεψες ποτέ...
Από τη χαραμάδα της μπαλκονόπορτας τρυπώνουν μουσικές και χαρούμενες φωνές... Παράξενο... Τόσους μήνες σε αυτήν την πόλη και σήμερα έτυχε να στηθεί κάτω από το μπαλκόνι σου ένα γλέντι, σαν αυτά που μόνο στα χωριά συναντάς στις μεγάλες γιορτές – και σήμερα δεν είναι τίποτα... Οι άνθρωποι όμως έχουν πάντα ένα λόγο για να γιορτάσουν... Χειροκροτήματα και ιαχές συνοδεύουν τα δάκρυα που οι νότες θαρρείς τα ελευθέρωσαν και τρέχουν τώρα αδιάκοπα στα μάγουλά σου... «Θέλω να φύγω από εδώ... Μακάρι να μην είχα έρθει ποτέ...» ψιθυρίζεις... μα κανένας δεν σε ακούει.. Πάνε χρόνια που έχτισες αυτά τα πελώρια τείχη γύρω σου... Γέρνεις το κορμί σου πάνω τους και κοιμάσαι... Αν ποτέ βρεις το κουράγιο θα πεις μια συγγνώμη στους ανθρώπους στους οποίους όφειλες να προσπαθήσεις να γίνεις ευτυχισμένος.. Μα όχι τώρα... τώρα νιώθεις κατάκοπος... Κοιμήσου ... Όταν ξυπνήσεις τίποτα δε θα έχει διορθωθεί από μόνο του... Όλα εδώ θα είναι και θα σε περιμένουν... Και η φυγή ανεκπλήρωτος πόθος με φανταχτερά ρούχα και μαλάματα θα απομακρύνεται για άλλη μια φορά εγκαταλείποντάς σε ανυπεράσπιστο.. Φοράς μακριά παντελόνια, πιάνεις το πρόσωπο σου κι είναι άγριο.. Ξαφνιάζεσαι.. Πάνε χρόνια που μεγάλωσες... θυμάσαι;
28.05.2008
3 σχόλια:
Και η φυγή ανεκπλήρωτος πόθος με φανταχτερά ρούχα και μαλάματα θα απομακρύνεται για άλλη μια φορά εγκαταλείποντάς σε ανυπεράσπιστο.. Φοράς μακριά παντελόνια, πιάνεις το πρόσωπο σου κι είναι άγριο.. Ξαφνιάζεσαι.. Πάνε χρόνια που μεγάλωσες... θυμάσαι;
Υπέροχο!!! Αχ και να ξέρες πόσο μου μιλάνε αυτές οι λέξεις!!
Καλό σου βράδυ
Με τράβηξε ο τίτλος του μπλοκ, μα με άγγιξε πολυ η εγγραφή σου.
Να σαι καλα
Καλημερα να εχεις
Λάκη Θλιμμένε,
σε ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σου! (κάτι μου θύμισε!)
Μαρία, σε ευχαριστώ κι εσένα για τα καλά σου λόγια και χαίρομαι πολύ που ο τίλος του blog ήταν που σε έκανε να περάσεις από τις "λέξεις" μου.
Υ.Γ. Ο τίτλος είναι δανεισμένος από την ομώνυμη νουβέλα της Μέλπως Αξιώτη.
Καλή σου μέρα!
Δημοσίευση σχολίου